δεκάχρονο
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεκάχρονος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Το δεκάχρονο αγόρι κέρδισε το βραβείο ζωγραφικής.”
The ten-year-old boy won the painting prize.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free