Meaning of δασκαλάκι | Babel Free
Ορισμοί
-
ο νεαρός δάσκαλος· (κατ’ επέκταση) ο άπειρος δάσκαλος literally
-
δάσκαλος χωρίς θέση κύρους σε μια κοινωνία offensive
Παραδείγματα
“※ — Θυμᾶσαι, Ἐσμέ, θυμᾶσαι; Τὶ κάνει ὁ ὑπαστυνόμος ὁ Τοῦρκος, ποὺ ἀλλαξοπίστησες γι’ αὐτόν; Καὶ μένα τὸ δασκαλάκι σου, μὲ θυμᾶσαι;”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.