HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δασκαλάκι | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. ο νεαρός δάσκαλος· (κατ’ επέκταση) ο άπειρος δάσκαλος
    literally
  2. δάσκαλος χωρίς θέση κύρους σε μια κοινωνία
    offensive

Παραδείγματα

“※ — Θυμᾶσαι, Ἐσμέ, θυμᾶσαι; Τὶ κάνει ὁ ὑπαστυνόμος ὁ Τοῦρκος, ποὺ ἀλλαξοπίστησες γι’ αὐτόν; Καὶ μένα τὸ δασκαλάκι σου, μὲ θυμᾶσαι;”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δασκαλάκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course