Meaning of δασκαλάκος | Babel Free
Ορισμοί
-
ο νεαρός δάσκαλος· (κατ’ επέκταση) ο άπειρος δάσκαλος literally
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Δασκαλάκου)
-
υποτιμητικός χαρακτηρισμός για έναν δάσκαλο, που δεν έχει θέση με κοινωνικό κύρος offensive
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.