HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δασκαλάκος

Ουσιαστικό CEFR B2

Ορισμοί

  1. ο νεαρός δάσκαλος· (κατ’ επέκταση) ο άπειρος δάσκαλος
    literally
  2. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Δασκαλάκου)
  3. υποτιμητικός χαρακτηρισμός για έναν δάσκαλο, που δεν έχει θέση με κοινωνικό κύρος
    offensive

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δασκαλάκος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free