δανδισμός
Ορισμοί
η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του δανδή, όρος που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την συμπεριφορά ατόμου με επιτηδευμένο ντύσιμο και προσποιητούς αριστοκρατικούς τρόπους
Ισοδύναμα
2 more languages
한국어멋
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free