δίκταμο
Ορισμοί
είδος φαρμακευτικού ενδημικού φυτού που ευδοκιμεί στο όρος Δίκτη της Κρήτης και κατ΄ επέκταση το αφέψημα που παρασκευάζεται από αυτό.
Ισοδύναμα
8 more languages
العربيةمُشْكِطْرَامَشِير
Catalàmarduix de Creta
Ελληνικάέρωντας
Italianodittamo
Latinadictamnum
Polskidyptam
Türkçemercanköşk
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free