HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δίκλωνος | Babel Free

Adjective CEFR B2
/ˈði.klo.nos/

Ορισμοί

  1. που έχει δύο κλώνους
  2. που έχει δύο κλωστές

Παραδείγματα

“※ Στη δημοσιά σαν αγκαλιά / δίκλωνη ενός διαβήτη, / του αγέρα δάχτυλα στη χήτη / και μίλια στην κοιλιά (Γιώργος Σεφέρης, συλλογή Στροφή, Κοχύλια, Σύννεφα. ποίημα Αυτοκίνητο greek‑language.gr)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δίκλωνος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course