Meaning of δήμος | Babel Free
/ˈði.mos/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα, χαϊδευτικό διαφόρων ονομάτων όπως Δημοσθένης, Δημήτρης, Νικόδημος
- η διοικητική υποδιαίρεση της χώρας που αποτελεί και τον πρώτο βαθμό αυτοδιοίκησης
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Δήμου)
- ο λαός μιας πόλης κράτους
- η υποδιαίρεση της αρχαίας Αθήνας
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ο Δήμος Αθηναίων”
the Municipality of Athenians (of Athens)
“Κατηγορία:Δήμοι στο Βικιλεξικό”
“Κατηγορία:Δήμοι της αρχαίας Αθήνας στο Βικιλεξικό”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.