Meaning of δέσμη | Babel Free
Ορισμοί
- ένα σύνολο από πολλά αντικείμενα ίδιου είδους, τα οποία είτε είναι δεμένα μεταξύ τους, είτε τα συγκρατεί μια κλωστή, σπάγκος, περιτύλιγμα
- καθετί που παρουσιάζεται ή θεωρείται ως σύνολο ομοειδών πραγμάτων με κοινή προέλευση ή κοινό στόχο
- καθεμιά από τις ομάδες μαθημάτων (μαθήματα δέσμης) που όφειλαν να παρακολουθήσουν οι μαθητές της τελευταίας τάξης του λυκείου και στα οποία εξετάζονταν στο τέλος της σχολικής περιόδου (πανελλαδικές εξετάσεις) για να εισαχθούν σε συγκεκριμένες σχολές των ΑΕΙ και ΤΕΙ
- προσανατολισμένη ακτινοβολία
Παραδείγματα
“Δέσμη εγγράφων.”
“Δέσμη φορολογικών μέτρων.”
“Δέσμη φωτός.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.