HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Δάγλα | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈða.ɣla/

Ορισμοί

  1. οικισμός της Αττικής στην περιοχή του Μαρκοπούλου Μεσογείων, πρώην ονομασία της Λιάδας
  2. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Δάγλας
  3. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Δάγλας
    accusative, genitive, singular, vocative
  4. γυναικείο επώνυμο

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Δάγλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course