Meaning of Δάγλα | Babel Free
/ˈða.ɣla/Ορισμοί
- οικισμός της Αττικής στην περιοχή του Μαρκοπούλου Μεσογείων, πρώην ονομασία της Λιάδας
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Δάγλας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Δάγλας accusative, genitive, singular, vocative
- γυναικείο επώνυμο
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.