γυπαετός
Ορισμοί
- άλλη μορφή του γυπαετός
- είδος μεγάλου αρπακτικού πουλιού
- ο άντρας που έχει τη συνήθεια να πλησιάζει και να γνωρίζει επανειλημμένα γυναίκες με μοναδικό στόχο τη σεξουαλική συνεύρεση, ο πέφτουλας. Η λέξη προέρχεται από την υποτιθέμενη συνήθειά του να εντοπίζει σαν γυπαετός από κάποιο υπερυψωμένο μέρος πιθανά "θηράματα" και στη συνέχεια να "εφορμεί". Παρά τον μειωτικό χαρακτήρα της, η λέξη χρησιμοποιείται συνήθως περιπαιχτικά μεταξύ φίλων.
Ισοδύναμα
21 more languages
Afrikaansbaardaasvoël
العربيةنَسْر مِلَّتْحَيّ
Azərbaycan dilitoğlugötürən
Catalàtrencalòs
Euskaraugatz
فارسیهما
עבריתפרס
Հայերենգառնանգղ
한국어수염수리
Монголёл
Polskiorłosęp
RomânăZăgan
Svenskalammgam
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free