Meaning of γράδο | Babel Free
/ˈɣɾaðo/Ορισμοί
- όργανο που μετρά την πυκνότητα ενός υγρού, το πυκνόμετρο ή αραιόμετρο
- ο βαθμός πυκνότητας ενός υγρού ή περιεκτικότητάς του σε ένα συστατικό, πχ ο αλκοολικός βαθμός του κρασιού
Παραδείγματα
“Το σιρόπι είναι δέκα γράδα.”
The syrup is of ten grades [density].
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.