γουταπέρκα
Ορισμοί
ρητινώδης ουσία που βρίσκεται στον χυμό διαφόρων τροπικών φυτών, κυρίως του γένους Dichopsishttp://www.ygeiaonline.gr/component/k2/item/22703-goytaperka
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free