Meaning of γνώστης | Babel Free
/ˈɣno.stis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- κάποιος που γνωρίζει καλά, έχει εμπειρία ή καλή γνώση κάποιου θέματος ή προσώπου,
Ισοδύναμα
English
Knowledgeable
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.