HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γνωστικισμός | Babel Free

Noun masculine CEFR C1
/[ɣnɔsticisˈmɔs]/

Ορισμοί

φιλοσοφική και θρησκευτική θεώρηση του κόσμου, εβραϊκών και παλαιοχριστιανικών αιρέσεων, που προσεγγίζουν με μυστικιστικό τρόπο την γνώση και τη θεία γνώση

Ισοδύναμα

English Gnosticism

Παραδείγματα

“※ Ανάμεσα στοὺς δυὸ αὐτοὺς ἀντιθετικοὺς ὑπαρκτικούς πόλους διαστρωματώνεται η σύνολη πραγματικότητα. Ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται κάπου στὸ μέσον τῆς κλίμακας: ὡς σῶμα μετέχει στην ὑλικὴ φύση τοῦ κακοῦ καὶ ὡς πνεῦμα στὴν πραγματικότητα τοῦ ἀγαθοῦ. Αὐτὴ ἡ ὀντολογική σχιζοείδεια πού καθορίζει ὑπαρκτικὰ τὸν ἄνθρωπο, συνεπάγεται καὶ συγκεκριμένη ηθική: Ὁ Γνωστικισμός κηρύττει τὴν ἔμπρακτη ἀπέχθεια γιὰ τὴν ὕλη, ἑπομένως τήν περιφρόνηση καὶ ἐχθρότητα γιὰ τὸ σῶμα, τὴ βδελυγμία γιὰ κάθε ἡδονή, ἰδιαίτερα γιὰ τὴ σεξουαλικότητα.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γνωστικισμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course