γνωστή
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γνωστός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Είναι μια γνωστή ηθοποιός σε όλη τη χώρα.”
She is a well-known actress throughout the country.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free