Meaning of γλύκας | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ο πολυαγαπημένος
-
γενική ενικού του γλύκα genitive, singular
- ο χαριτωμένος
Παραδείγματα
“Μα τι ωραίος μπέμπης είν' αυτός! Δεν είναι γλύκας;”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.