γλύκανση
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γλυκαίνω
- η προσθήκη γλυκαντικών στοιχείων σε ποτά, τρόφιμα κ.λπ.
- μέθοδος επεξεργασίας πετρελαιοειδών, ώστε να αφαιρεθεί το θείο ή θειούχες ενώσεις
Ισοδύναμα
11 more languages
Bosanskizaslada
Catalàedulcoració
Hrvatskizaslada
Nederlandsverzoeten
Portuguêsedulcoração
Српскиzaslada
Svenskasötning
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free