HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του γλωσσο- | Babel Free

Φράση CEFR B1

Ορισμοί

  1. αʹ συνθετικό που δηλώνει σχέση με τη γλώσσα ως ανατομικό όργανο, είτε ως μέρος της είτε ως σημείο όπου λαμβάνει χώρα κάποια λειτουργία ή πάθηση
  2. αʹ συνθετικό με αναφορά στη γλώσσα ως μέσο επικοινωνίας, δηλώνοντας ιδιότητα, λειτουργία ή ενέργεια που αφορά το σύστημα ομιλίας και τον τρόπο με τον οποίο άνθρωποι χρησιμοποιούν, μαθαίνουν ή μεταβάλλουν μια γλώσσα
  3. αʹ συνθετικό με αναφορά στη γλωσσολογική επιστήμη, δηλώνοντας κλάδο, μέθοδο ή πεδίο μελέτης που εξετάζει δομές, κανόνες και φαινόμενα της γλώσσας από επιστημονική σκοπιά

Παραδείγματα

“γλωσσο- (glosso-) + -λογία (-logía, “science”) → γλωσσολογία (glossología, “linguistics”)”
“γλωσσοτομία”
“γλωσσοδέτης”
“γλωσσολογία”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γλωσσο- σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free