Meaning of γλωσσο- | Babel Free
Ορισμοί
- αʹ συνθετικό που δηλώνει σχέση με τη γλώσσα ως ανατομικό όργανο, είτε ως μέρος της είτε ως σημείο όπου λαμβάνει χώρα κάποια λειτουργία ή πάθηση
- αʹ συνθετικό με αναφορά στη γλώσσα ως μέσο επικοινωνίας, δηλώνοντας ιδιότητα, λειτουργία ή ενέργεια που αφορά το σύστημα ομιλίας και τον τρόπο με τον οποίο άνθρωποι χρησιμοποιούν, μαθαίνουν ή μεταβάλλουν μια γλώσσα
- αʹ συνθετικό με αναφορά στη γλωσσολογική επιστήμη, δηλώνοντας κλάδο, μέθοδο ή πεδίο μελέτης που εξετάζει δομές, κανόνες και φαινόμενα της γλώσσας από επιστημονική σκοπιά
Παραδείγματα
“γλωσσο- (glosso-) + -λογία (-logía, “science”) → γλωσσολογία (glossología, “linguistics”)”
“γλωσσοτομία”
“γλωσσοδέτης”
“γλωσσολογία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.