HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γλωσσογραφία | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

  1. ο συγκεκριμένος τρόπος, (τεχνική), ερμηνείας και σχολιασμού απαρχαιωμένων γλωσσών ως και η γεωγραφική εξάπλωση αυτού του τρόπου από τους γλωσσογράφους
  2. η επιστημονική περιγραφή της γλώσσας ως οργάνου του ανθρωπίνου σώματος, στην ανατομία

Παραδείγματα

“Η γλωσσογραφία αναπτύχθηκε περισσότερο ως μέθοδος σχολίων, ερμηνείας και ιδιαίτερα επί αμφισβητήσεων του κειμένου που γίνεται είτε στην αυτή γραμμή (του κειμένου), είτε στο περιθώριο αυτού. Η γλωσσογραφία ως τεχνική συνεχίζει να υφίσταται και σήμερα με ευρύτατη εφαρμογή που απαντάται ειδικότερα στη νομοτεχνική, κυρίως στα σχέδια νόμων και διαταγμάτων μέχρι να λάβουν τη τελική μορφή τους, σε πάσης φύσεως συμβολαιογραφικές πράξεις, σε δικονομικά έγγραφα, πιστοποιητικά κ.λπ. μέχρι και σε σχολικά βοηθήματα ανάλυσης ή ερμηνείας κειμένων.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γλωσσογραφία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course