Meaning of γλωσσοδέτης | Babel Free
/ɣlosoˈðetis/Ορισμοί
- σύνθετη λέξη ή σειρά λέξεων που είναι δύσκολο να προφερθεί με μεγάλη ταχύτητα, λόγω των παρηχήσεων ή των ελαφρών παραλλαγών στα φωνήεντα ή τα σύμφωνα που περιλαμβάνει. Χρησιμοποιείται, συνήθως, ως παιχνίδι.
-
οποιαδήποτε λέξη ή φράση που είναι δύσκολο να προφερθεί figuratively
-
παροδική δυσκολία στην ομιλία ή την έκφραση λόγω έκπληξης, φόβου κ.λπ. familiar
- ανατομική ανωμαλία της γλώσσας του στόματος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Γλωσσοδέτης: Μια πάπια, μα ποια πάπια; Μια πάπια με παπιά.”
Tongue-twister: A duck, but which duck? A duck with ducklings.
“παράδειγμα γλωσσοδέτη: Μια πάπια, μα ποια πάπια; Μια πάπια με παπιά”
“Κατηγορία:Γλωσσοδέτες (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.