Meaning of γλωσσογράφος | Babel Free
Ορισμοί
- που ασχολείται με τη γλωσσογραφία συλλέγοντας και ερμηνεύοντας δύσχρηστες λέξεις, τις «γλώσσες»
- σχολιαστής κειμένων, για τη διευκόλυνση της κατανόησής τους
- ειδικότερα μεσαιωνικοί σχολιαστές κειμένων του Ρωμαϊκού Δικαίου οι οποίοι έγραφαν τα σχόλιά τους στο περιθώριο του ερμηνευόμενου χωρίου
Παραδείγματα
“δείτε και γλωσσογραφία”
“δείτε υπομνηματιστής, νομοδιδάσκαλος”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.