γλύπτης
Ορισμοί
- όνομα αστερισμού του νότιου ημισφαιρίου. Σημειώθηκε για πρώτη φορά από τον Nicolas Louis de Lacaille το 1763 και ανήκει στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση
- ανδρικό επώνυμο
- καλλιτέχνης που δημιουργεί τριδιάστατα έργα σε σκληρό υλικό (όπως μάρμαρο, πέτρα, ξύλο, μέταλλο)
Ισοδύναμα
22 more languages
Catalàescultor
Češtinasochař
Ελληνικάξυλογλύπτης
Gaeilgebreacaire
Magyarszobrász
Македонскирезбар
Nederlandsbeeldhouwer
Polskirzeźbiarz
Παραδείγματα
“συντομογραφία: Scl”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free