Meaning of γλυκάνισο | Babel Free
/ɣliˈka.ni.so/Ορισμοί
μονοετές φυτό (Pimpinella anisum) με κιτρινόλευκα άνθη και καρπούς που αποτελούνται ο καθένας από δυο μικρούς αρωματικούς σπόρους κολλημένους μεταξύ τους. Ανθίζει το καλοκαίρι και στους σπόρους του υπάρχει αιθέριο έλαιο. Χρησιμοποιείται ως καρύκευμα στο ψωμί, στη φαρμακευτική και ως αρωματικό στο ούζο, στη ρακή, το τσίπουρο κ.λπ.
Ισοδύναμα
English
Aniseed
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.