HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γλυκάνισο

Ουσιαστικό CEFR B2
ɣliˈka.ni.so

Ορισμοί

μονοετές φυτό (Pimpinella anisum) με κιτρινόλευκα άνθη και καρπούς που αποτελούνται ο καθένας από δυο μικρούς αρωματικούς σπόρους κολλημένους μεταξύ τους. Ανθίζει το καλοκαίρι και στους σπόρους του υπάρχει αιθέριο έλαιο. Χρησιμοποιείται ως καρύκευμα στο ψωμί, στη φαρμακευτική και ως αρωματικό στο ούζο, στη ρακή, το τσίπουρο κ.λπ.

Ισοδύναμα

Españolanís
28 more languages
Afrikaansanys
Българскианасон
Bosanskianisанис
Catalàanis
Češtinaanýz
Danskanis
Esperantoanizo
हिन्दीपतली सौंफ
Hrvatskianisанис
Magyaránizs
Bahasa Indonesiaadas manis
Italianoanice
日本語アニス
Kurdîanîs
LëtzebuergeschAnäis
မြန်မာစမုန်စပါး
Nederlandsanijsanijszaad
ਪੰਜਾਬੀਸੌਂਫ
SlovenščinaJanez
Српскиanisанис
Svenskaanis
Türkçeanason

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γλυκάνισο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free