Meaning of γλεντζές | Babel Free
/ɣlenˈd͡zes/Ορισμοί
- που του αρέσει να γλεντάει, να διασκεδάζει
- ανδρικό επώνυμο
-
εύθυμος τύπος, ευχάριστος broadly
Παραδείγματα
“※ Ένας αδιόρθωτος γλεντζές είναι ταυτόχρονα κηδεμόνας της κόρης ενός φίλου του, στην οποία παρουσιάζεται σαν άνθρωπος αυστηρών αρχών (Στάθης Βαλούκος, Φιλμογραφία ελληνικού κινηματογράφου (1914-1984), Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών, 1984, σελ. 103)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.