Σημασία του Γκούρα | Babel Free
ˈɡu.ɾaΟρισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Γκούρας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Γκούρας accusative, genitive, singular, vocative
- ταξινομικός όρος - γένος: λοφιοφόρων πτηνών που ανήκει στην οικογένεια των Περιστεριδών, ενδημικά της Νέας Γουινέας
Παραδείγματα
“η γκούρα αυτή, όπως όλα τα γκούρα, είναι πτηνά του γένους Γκούρα”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free