HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γκοφρέ | Babel Free

Adjective CEFR B1
/ɡoˈfɾe/

Ορισμοί

  1. ανάγλυφος, που έχει ανάγλυφη επιφάνεια
  2. τεχνική διεργασία ώστε να αποτυπωθούν σε υλικό ανάγλυφα σχήματα και σχέδια· αναγλυφοτυπία

Παραδείγματα

“χρειάζομαι για τη χειροτεχνία μου ένα γκοφρέ χαρτί”
“γκοφρέ (embossing). Το αντίστροφο αποτέλεσμα της εσώγλυφης εκτύπωσης ( από το διαδίκτυο, 2021)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γκοφρέ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course