HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γκλίτσα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ˈɡli.t͡sa/

Ορισμοί

  1. το μπαστούνι του βοσκού, μακρύ ξύλινο ραβδί, κυρτό στο πάνω μέρος, που χρησιμεύει σε πολλά, κυρίως όμως για να πιάνονται τα ζώα από τα πόδια, ώστε να διευκολύνεται το άρμεγμα ή και σε άλλες περιπτώσεις
  2. το μπαστούνι
    general, rare

Ισοδύναμα

English Crook

Παραδείγματα

“※ ⌘ Άγγελος Σικελιανός, Δελφικός Λόγος Ι, (απόσπασμα), (1927)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γκλίτσα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course