Meaning of γιασεμί | Babel Free
/ʝaseˈmi/Ορισμοί
- αναρριχώμενος θάμνος του γένους Ίασμος, αγγειόσπερμων δικότυλων θαμνωδών καλλωπιστικών φυτών, της οικογένεια των Ελαιοειδών (Oleaceae). Συνήθως αειθαλή (αλλά και φυλλοβόλο) με μικρά άσπρα ή κίτρινα ευωδιαστά λουλούδια
-
προσφώνηση αγαπημένου προσώπου familiar, figuratively
Ισοδύναμα
English
jasmine
Παραδείγματα
“χιώτικο γιασεμί”
“※ Για έντονη ανθοφορία και άρωμα, προτείνεται το γιασεμί, χιώτικο και αράπικο, καθώς και το ρυγχόσπερμο. (* εφημερίδα Το Βήμα)”
“※ Το γιασεμί στην πόρτα σου, γιασεμί μου, ήρθα να το κλαδέψω, / και νόμισε η μάνα σου, γιασεμί μου, πως ήρθα να σε κλέψω. (Από δημοτικό τραγούδι)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.