HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γεώτρηση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

τρύπα μικρής διαμέτρου και μεγάλου μήκους η οποία ορύσσεται με ειδικό μηχανισμό, το γεωτρύπανο, με σκοπό είτε την έρευνα του υπεδάφους (γεωλογικές έρευνες) είτε την εκμετάλλευση των πόρων του (άντληση νερού, πετρελαίου, φυσικού αερίου)

Ισοδύναμα

EnglishBorehole
Françaisforage
9 more languages

Παραδείγματα

“Η εταιρεία ξεκίνησε νέα γεώτρηση για πετρέλαιο.”

The company started a new drilling for oil.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γεώτρηση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free