Meaning of γεώτρηση | Babel Free
Ορισμοί
τρύπα μικρής διαμέτρου και μεγάλου μήκους η οποία ορύσσεται με ειδικό μηχανισμό, το γεωτρύπανο, με σκοπό είτε την έρευνα του υπεδάφους (γεωλογικές έρευνες) είτε την εκμετάλλευση των πόρων του (άντληση νερού, πετρελαίου, φυσικού αερίου)
Ισοδύναμα
English
Borehole
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.