Meaning of γεώγλυφο | Babel Free
/ʝeˈo.ɣli.fo/Ορισμοί
μοτίβο ή σχέδιο στο έδαφος κατασκευασμένο από υλικά του τοπίου, συνήθως από βράχους, πέτρες ή χαλίκια
Ισοδύναμα
English
geoglyph
Παραδείγματα
“※ Χαραγμένες στην έρημο του νότιου Περού πριν από μια χιλιετία, οι αινιγματικές γραμμές Nasca συνεχίζουν να εξάπτουν την φαντασία μας. Τώρα, οι αρχαιολόγοι με τη βοήθεια drones, ανακάλυψαν πάνω από 25 νέα γεώγλυφα χαραγμένα σε μία ζώνη παραλιακής ερήμου του νοτίου Περού κοντά στις Γραμμές της Nasca, ανακοίνωσε αξιωματούχος του υπουργείου Πολιτισμού.(Γεώγλυφα 2.000 ετών ανακαλύφθηκαν κοντά στις γραμμές Nasca στο Περού, CNN Greece, 29/05/18)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.