Meaning of γεωργός | Babel Free
/ʝe.orˈɣos/Ορισμοί
- αυτός που ζει καλλιεργώντας τη γη
- ανδρικό όνομα, άλλη μορφή του Γεώργιος / Γιώργος
-
ανδρικό επώνυμο rare
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Γεώργου)
Ισοδύναμα
English
Farmer
Παραδείγματα
“※ Μ' ένα όνειρο ο Γεώργος ξυπνάει, | Συμφορά σαν να γνώρισ' ο νούς του”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.