HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γεωργός | Babel Free

Noun masculine CEFR B1
/ʝe.orˈɣos/

Ορισμοί

  1. αυτός που ζει καλλιεργώντας τη γη
  2. ανδρικό όνομα, άλλη μορφή του Γεώργιος / Γιώργος
  3. ανδρικό επώνυμο
    rare
  4. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Γεώργου)

Ισοδύναμα

English Farmer

Παραδείγματα

“※ Μ' ένα όνειρο ο Γεώργος ξυπνάει, | Συμφορά σαν να γνώρισ' ο νούς του”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γεωργός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course