Meaning of γερο- | Babel Free
Ορισμοί
- α’ συνθετικό που δηλώνει ότι η σύνθετη λέξη αναφέρεται σε άτομο μεγάλης ηλικία
- α’ συνθετικό που δηλώνει ότι η σύνθετη λέξη αναφέρεται σε κάτι γερό και καλοφτιαγμένο
- άλλη μορφή του γυρο-
- προτακτικό με ενωτικό που ακολουθείται από κύριο όνομα
Παραδείγματα
“γερομπισμπίκης”
“άλλες μορφές: γερό-”
“γερο-Δήμος”
“γεροδεμένος”
“γυροβολιά > γεροβολιά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.