HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γερο- | Babel Free

Phrase CEFR B1

Ορισμοί

  1. α’ συνθετικό που δηλώνει ότι η σύνθετη λέξη αναφέρεται σε άτομο μεγάλης ηλικία
  2. α’ συνθετικό που δηλώνει ότι η σύνθετη λέξη αναφέρεται σε κάτι γερό και καλοφτιαγμένο
  3. άλλη μορφή του γυρο-
  4. προτακτικό με ενωτικό που ακολουθείται από κύριο όνομα

Παραδείγματα

“γερομπισμπίκης”
“άλλες μορφές: γερό-”
“γερο-Δήμος”
“γεροδεμένος”
“γυροβολιά > γεροβολιά”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γερο- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course