γεντιανή
Ορισμοί
ποώδες φυτό (της οικογένειας Gentianaceae) ορεινών κυρίως περιοχών με έντονα χρώματα ανθέων και ρίζα πικρή, γνωστή για τη χρήση της ως τονωτικό και φαρμακευτικό μέσο
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free