HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γενικός

Επίθετο θηλυκό CEFR C1 Standard
ʝe.niˈkos

Ορισμοί

  1. που αναφέρεται σε όλους ή σχετίζεται με το σύνολο μιας ομάδας
  2. που αναφέρεται στα ποιο βασικά σημεία ενός θέματος / πράγματος, που δεν έχει σαφήνεια
  3. (για πρόσωπο) που έχει την ευθύνη ενός συνόλου εργασιών

Ισοδύναμα

7 more languages
Bosanskigeneral
Hrvatskigeneral
한국어아무렇다
Kurdîgeneral
Српскиgeneral
Svenskaospecifik

Παραδείγματα

“γενική απεργία”
“γενικός γραμματέας, γενικός διευθυντής, γενικός επιθεωρητής”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γενικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free