Meaning of γενικός | Babel Free
/ʝe.niˈkos/Ορισμοί
- που αναφέρεται σε όλους ή σχετίζεται με το σύνολο μιας ομάδας
- που αναφέρεται στα ποιο βασικά σημεία ενός θέματος / πράγματος, που δεν έχει σαφήνεια
- (για πρόσωπο) που έχει την ευθύνη ενός συνόλου εργασιών
Παραδείγματα
“γενική απεργία”
“γενικός γραμματέας, γενικός διευθυντής, γενικός επιθεωρητής”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.