Meaning of γαϊδούρα | Babel Free
/ɣajˈðu.ɾa/Ορισμοί
- ο θηλυκός γάιδαρος
- κορίτσι ή γυναίκα χωρίς καλούς τρόπους ή χωρίς φιλότιμο, αγενής ή αγνώμων
Παραδείγματα
“Πως μιλάει έτσι η γαϊδούρα;”
What kind of way is that for that jackass to talk?
“※ Είχαν ένα βαρβάτο άλογο, έναν επιβήτορα, που τον ζευγάρωναν με φοράδες ή γαϊδούρες. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.