Meaning of γατίσιος | Babel Free
/ɣaˈti.sços/Ορισμοί
- που αναφέρεται ή ανήκει σε μία γάτα
- που μοιάζει με κάποιο χαρακτηριστικό της γάτας
Παραδείγματα
“τον κοίταζε με το γατίσιο βλέμμα της”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.