HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γαμπρίζω | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. εμφανίζομαι και συμπεριφέρομαι με σκοπό να βρω ερωτικό σύντροφο
  2. ψάχνω νύφη να παντρευτώ (παρωχημένο)

Παραδείγματα

“※ Η Μέλπω έβαφε φιλάρεσκα τις Κυριακές τα ζαρωμένα της χειλάκια και γάμπριζε αθώα και διακριτικά (Στέλιος Μάινας, Τα φαινόμενα απατούν, εκδ. Καστανιώτη, 2010)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γαμπρίζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course