γαλακτόζη
Ορισμοί
μονοσακχαρίτης υδατάνθρακας ο οποιος μαζί με τη γλυκόζη σχηματίζουν τη λακτόζη, δισακχαρίτη που απαντά στο γάλα
Ισοδύναμα
12 more languages
Catalàgalactosa
DeutschGalactose
Suomigalaktoosi
Italianogalattosio
日本語ガラクトース
Nederlandsgalactose
Polskigalaktoza
Portuguêsgalactose
Русскийгалакто́за
中文半乳糖
繁體中文半乳糖
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free