Meaning of γαιο- | Babel Free
Ορισμοί
- το ουσιαστικό γη ως πρώτο συνθετικό που δηλώνει ότι η σύνθετη λέξη αναφέρεται ή σχετίζεται με
- την καλλιεργήσιμη γη, σε έκταση γης
- το χώμα γενικότερα
Ισοδύναμα
English
geo-
Παραδείγματα
“γαιο- (gaio-) + προωθητής (proothitís, “pusher”) → γαιοπροωθητής (gaioproothitís, “bulldozer”)”
“γαιοκτήμονας”
“γαιόσακος”
“γαιάνθρακας”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.