Meaning of γαβάθα | Babel Free
/ɣaˈva.θa/Ορισμοί
- παραδοσιακό βαθύ ανοιχτό σκεύος για φαγητό μεγάλου σχήματος
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Γαβάθας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Γαβάθας
- η ποσότητα υγρού ή φαγητού που χωράει σε ένα τέτοιο σκεύος
Ισοδύναμα
English
Bowl
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.