Meaning of γάστρα | Babel Free
Ορισμοί
- μεταλλικό ή πήλινο μαγειρικό σκεύος, το οποίο αφού θερμανθεί κατάλληλα, τοποθετείται πάνω από το ταψί με το φαγητό συμβάλλοντας στο ψήσιμό του από την επάνω πλευρά
- βαθύ και πλατύ μαγειρικό σκεύος με καπάκι
- η κοιλιά του σκάφους
-
η γλάστρα Katharevousa
Παραδείγματα
“※ Ἀλλὰ τὸ μελιχρὸν φέγγος ἐπέχριε μόνον τὰς στέγας τῶν οἰκιῶν καὶ τὸ διενέμοντο, ὡς πενιχρὰν κληρονομίαν, τὰ δωμάτια, τὰ μπαλκόνια καὶ οἱ γάστρες τῶν ἀνθέων. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αμαρτίας φάντασμα)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.