Meaning of βρετό | Babel Free
/vɾeˈto/Ορισμοί
-
αίνιγμα, γρίφος idiomatic
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- αιτιατική ενικού του Βρέτος
-
άλλη μορφή του βρετό idiomatic
Παραδείγματα
“※ Αφού έτρωγαν έκαμναν διάφορα παιχνίδια, έλεγαν αποκρηάτικα αστεία, βρετά, τραγούδια, γλωσσοδέτες, δυσκολεύουνταν να τα πούνε γλήγορα, τάλεγαν παραλλαγμένα και γελούσανε.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.