HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βρετό | Babel Free

Noun CEFR B1
/vɾeˈto/

Ορισμοί

  1. αίνιγμα, γρίφος
    idiomatic
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. αιτιατική ενικού του Βρέτος
  4. άλλη μορφή του βρετό
    idiomatic

Παραδείγματα

“※ Αφού έτρωγαν έκαμναν διάφορα παιχνίδια, έλεγαν αποκρηάτικα αστεία, βρετά, τραγούδια, γλωσσοδέτες, δυσκολεύουνταν να τα πούνε γλήγορα, τάλεγαν παραλλαγμένα και γελούσανε.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βρετό used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course