βρετανικές
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρετανική
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Επισκέφτηκε πολλές βρετανικές πόλεις το καλοκαίρι.”
He visited many British cities in the summer.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free