Meaning of βράκας | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική ενικού του βράκα genitive, singular
- ανδρικό επώνυμο
- λέξη μεσαιωνική και μεταγενέστερη, που μέχρι το 1930 περίπου ήταν σε χρήση (αρκετά περιορισμένη πλέον) και χρησιμοποιείτο σε αντιδιαστολή προς τον φουστανελά ή φουστανελοφόρο - συνήθως σήμαινε τους Φράγκους και γενικά τους δυτικούς
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.