Meaning of βουτύλιο | Babel Free
Ορισμοί
χημική ρίζα με τέσσερα άτομα άνθρακα, προερχόμενη από το βουτάνιο, ή συνθετικό πολυμερές που χρησιμοποιείται για ανθεκτικά ελαστικά και μονωτικά υλικά
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.