HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βουτυρο- | Babel Free

Phrase CEFR B2

Ορισμοί

  1. αʹ συνθετικό που προσδίδει στο βʹ συνθετικό της σύνθετης λέξης τη σημασία του βούτυρου
  2. αʹ συνθετικό που προσδίδει στο βʹ συνθετικό της σύνθετης λέξης τη σημασία του κακομαθημένου

Παραδείγματα

“βουτυροκομία”
“βουτυρόπαιδο”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βουτυρο- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course