Meaning of βουτυρο- | Babel Free
Ορισμοί
- αʹ συνθετικό που προσδίδει στο βʹ συνθετικό της σύνθετης λέξης τη σημασία του βούτυρου
- αʹ συνθετικό που προσδίδει στο βʹ συνθετικό της σύνθετης λέξης τη σημασία του κακομαθημένου
Παραδείγματα
“βουτυροκομία”
“βουτυρόπαιδο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.