Meaning of βραδυ- | Babel Free
/ˈvɾaði/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνει
- βραδύτητα ή δυσκολία, δυσχέρεια
- ανωμαλία όπως ορίζει το δεύτερο συνθετικό
- βραδυγλωσσία
- βραδύγλωσσος
- βραδυκαής
- βραδυκαρδία
- βραδύκαυστος
- βραδυκίνητος
- βραδύνοια
- βραδύνους
- βραδύνω
- βραδυπαλμία
- βραδυπορία
- βραδυπορώ
- βραδυσφυγμία
- βραδυσφυξία
- βραδύτητα
- βραδυφλεγής
- βραδυψυχισμός
Παραδείγματα
“βραδυ- (vrady-) + -τητα (-tita, “noun ending”) → βραδύτητα (vradýtita, “sluggishness”)”
“βραδυ- (vrady-) + κινώ (kinó, “to move”) → βραδυκίνητος (vradykínitos, “slow-moving”)”
“βραδυ- (vrady-) + φλέγομαι (flégomai, “to flame, blaze”) → βραδυφλεγής (vradyflegís, “slow-burning”)”
“βραδυ- (vrady-) + καρδιά (kardiá, “heart”) → βραδυκαρδία (vradykardía, “bradycardia”)”
“βραδυ- (vrady-) + ψυχή (psychí, “soul”) → βραδυψυχισμός (vradypsychismós, “bradypsychia”)”
“βραδυ- (vrady-) + γλώσσα (glóssa, “tongue”) → βραδυγλωσσία (vradyglossía, “bradyglossia, bradylalia”)”
“βραδυκίνητος”
“βραδύκαυστος”
“βραδυκαρδία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.