Meaning of βουτυράτα | Babel Free
Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούτυρο, αντί του βούτυρα στην κοινή νεοελληνική idiomatic
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (βουτηράτο) του βουτυράτος
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.