βουλιμία
Ορισμοί
η λαιμαργία, η υπερβολική επιθυμία για κατανάλωση φαγητού και ικανοποίηση της ανάγκης για τροφή
Ισοδύναμα
16 more languages
Češtinabulimie
DeutschBulimie
Gàidhligacras geur
Magyarmohóság
Bahasa Indonesiabulimia
Íslenskalotugræðgi
日本語過食症
Portuguêsbulimia
Српскижудња
Svenskabulimi
Παραδείγματα
“Η Δήμητρα πεινούσε τόσο πολύ, ώστε καταβρόχθισε με βουλιμία όλο το μουσακά, προτού προλάβει η μαμά να κάτσει για φαγητό.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free