Meaning of βοράς | Babel Free
/ˈvo.ɾas/Ορισμοί
- γενική ενικού του βορά
- βουνό της Ελλάδας, στο βόρειο τμήμα του νομού Πέλλας έως τα όρια με τον νομό Φλώρινας
Παραδείγματα
“※ Φρέσκο χιόνι, καθαρός ουρανός, σύννεφα και ένα κομμάτι της Βεγορίτιδας, η εικόνα που αντικρίζουμε στο χιονοδρομικό κέντρο Βόρα.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.